σεισμογράφος

Συσκευή που χρησιμοποιείται για να καταγράφει την ώρα, τη διάρκεια, το εύρος και τα κύρια χαρακτηριστικά των κινήσεων ενός σημείου του γήινου φλοιού κατά τους σεισμούς. Είναι συσκευές, που βασίζονται στην αρχή της αδράνειας μαζών. Διατηρούνται σε ισορροπία με κάποιο ελαστικό σύστημα και μπορούν να τεθούν σε κίνηση από αρκετά ασθενείς δονήσεις. Κάθε μετάθεση του υπόβαθρου, πάνω στο οποίο έχει τοποθετηθεί το όργανο, εκδηλώνεται με αλλαγή της θέσης της μάζας, σε σχέση με το υπόβαθρο αυτό. Οι παρεκκλίσεις που σημειώνονται, καταγράφονται πάνω σε κύλινδρο, που κινείται με ωρολογιακό μηχανισμό, χάρη σε μια γραφίδα, η οποία αφήνει ένα λεπτό σημάδι πάνω σε αιθαλωμένο χαρτί. Σήμερα χρησιμοποιείται για την καταγραφή του και ειδική φωτογραφική μέθοδος. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα, με κατάλληλο μηχανισμό, να καταγράφονται σε μεγέθυνση οι δονήσεις, είτε με ειδικές μετατροπές στις μηχανικές ή οπτικές μεταδόσεις, είτε ενισχύοντας ηλεκτρονικά το σεισμογράφο, είτε χρησιμοποιώντας μεθόδους ηλεκτρομαγνητικής του ενίσχυσης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, που άρχισε να γενικεύεται οι κινήσεις μεταβάλλονται, με επαγωγική επίδραση ενός μαγνήτη πάνω σ’ ένα πηνίο με ηλεκτρικό ρεύμα. Ανάλογα με τη διάταξη και την εξάρτηση της κινητής μάζας, ο σεισμογράφος γίνεται ευαίσθητος σε ορισμένη συνιστώσα της κίνησης του εδάφους. Σ’ ένα σταθμό καταγραφής δονήσεων σ. χρειάζονται για το σκοπό αυτό τρεις σεισμογράφοι. Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν συχνά και τρεπιδόμετρα, ιδιάζουσες συσκευές, που προορίζονται να καταγράφουν δονήσεις ορισμένων κατασκευών (οικοδομημάτων, γεφυρών, υδροηλεκτρικών φραγμάτων κλπ.). Μηχανικός σεισμογράφος: 1) αιωρούμενη μάζα· 2) πνευστικοί ρυθμιστές των αιωρήσεων· 3) γραφίδες καταγραφής· 4) αιθαλωμένο χαρτί· 5) ωρολογιακός μηχανισμός.
* * *
ο, Ν
όργανο για την καταγραφή τών εδαφικών ταλαντώσεων που προκαλούνται από έναν σεισμό, από μια έκρηξη ή από άλλο φαινόμενο διατάραξης τής Γης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. seismograph (< σεισμός + -γράφος*). Η λ. μαρτυρείται από το 1877 στον Μ. Δήμιτσα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεισμογράφος — [сизмографос] ουσ. а. сейсмограф …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σεισμογράφος — ο όργανο που καταγράφει τις σεισμικές δονήσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -γραφος — β συνθετικό μεγάλου αριθμού συνθέτων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, το οποίο προήλθε είτε από το ουσ. γραφή* είτε απευθείας από το ρ. γράφω*. Από τα σύνθετα αυτά, 250 περίπου είναι της αρχαίας γλώσσας, από τα οποία κανένα δεν απαντά …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • μικροσεισμογράφος — ο μικρός και πολύ ευαίσθητος σεισμογράφος ο οποίος καταγράφει τους μικροσεισμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. microseismometre. Μαρτυρείται από το 1886 στον Ι. Φουστάνο] …   Dictionary of Greek

  • σεισμογραφικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σεισμογράφο ή στη σεισμογραφία («σεισμογραφικές παρατηρήσεις»). [ΕΤΥΜΟΛ. < σεισμογράφος*. Το επίθ. μαρτυρείται από το 1877 στον Μ. Δήμιτσα] …   Dictionary of Greek

  • σεισμολογία — Κλάδος της γεωφυσικής, που εξετάζει τα σεισμικά φαινόμενα, δηλαδή τους σεισμούς και το σύνολο των εκδηλώσεων που συνδέονται με αυτούς. Κύριος σκοπός της σ. είναι η έρευνα του τρόπου διάδοσης, των σεισμικών κυμάτων που γεννιούνται στην εστία του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.